Βασίλης Σαμούρκας

Δημοσιογράφος, New Media, Digital Journalism

Helic: Το απόλυτο εργαλείο της τεχνολογίας

Στην εποχή της ανάγκης για άμεση και γρήγορη δικτύωση, οι απαιτήσεις μεγαλώνουν, τα ολοκληρωμένα κυκλώματα γίνονται πολυπλοκότερα και η κούρσα για μεγαλύτερη απόδοση αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Σε αυτήν ακριβώς την ανάγκη ήρθαν να δώσουν την απάντηση οι ιδρυτές της Helic, όταν από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 «είδαν» τον τρόπο με τον οποίο η ασύρματη δικτύωση θα αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας.

Ο διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Γιώργος Κουτσογιαννόπουλος, εξηγεί στο Fortune πώς τα μεγαλύτερα τεχνολογικά επιτεύγματα έρχονται αφού πρώτα αναγνωρίσεις τα «θέλω» της αγοράς και κάνεις τις κατάλληλες ερωτήσεις. «Η τεχνολογική έκρηξη της δεκαετίας του 1980 κατέστησε αναγκαία τη δημιουργία κατάλληλων εργαλείων, η παραγωγή των οποίων ήταν πλέον πολύ ακριβή για τους κολοσσούς των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας».

Τότε έκανε τα πρώτα της βήματα η βιομηχανία του Electronic Design Automation (EDA), η οποία σήμερα περιλαμβάνει περίπου 230 εταιρείες παγκοσμίως και συνιστά μια αγορά επτά δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η ανάγκη της εξέλιξης της μικροηλεκτρονικής, ενός κλάδου ο οποίος ξεπερνά σε τζίρο τα 330 δισεκατομμύρια δολάρια στην παγκόσμια αγορά, ανέδειξε το ζήτημα της πολυπλοκότητας των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, αλλά και την άμεση ανάγκη της αυτοματοποίησης, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στη γέννηση μιας νέας βιομηχανίας.

«Η σχεδίαση ολοκληρωμένων κυκλωμάτων είναι μια αυτόνομη γραμμή παραγωγής. Για κάθε κατηγορία κυκλώματος υπάρχουν και αντίστοιχα εργαλεία. Από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι την τελική παραγωγή, τα στάδια μοντελοποίησης και ψηφιακής απεικόνισης σχηματίζουν την ιδεατή μορφή του κυκλώματος. Δική μας δουλειά είναι να δοκιμάσουμε το ηλεκτρονικό σχέδιο και τη μοντελοποίηση της ηλεκτρικής συμπεριφοράς του, για να διαπιστώσουμε πόσο κοντά βρισκόμαστε στον αρχικό στόχο». Χάρη στην τεχνολογία της Helic, εταιρείες ηλεκτρονικού εξοπλισμού μπορούν, για παράδειγμα, να αναλύσουν το σπειροειδές επαγωγικό πηνίο, μια συσκευή που περιέχεται στα ασύρματα τσιπ.

Η ηλεκτρονική συμπεριφορά που αποτυπώνεται στο τσιπ απαιτεί έναν κύκλο προσομοιώσεων και δοκιμών. Μια διαδικασία η οποία γλιτώνει πολλά εκατομμύρια στις τεχνολογικές εταιρείες. «Με το λογισμικό μας διαπιστώνουμε κατά πόσο η αρχική ιδέα είναι κατασκευάσιμη. Για να φτάσουμε όμως σε αυτό το σημείο, μπορεί να χρειαστεί να περάσουν μήνες, ίσως και χρόνος. Εξαρτάται πάντα από την πολυπλοκότητα και τις απαιτήσεις».

Η Helic δημιουργεί το λογισμικό που απαντά στις κατάλληλες ερωτήσεις, γρήγορα και αποτελεσματικά, με σκοπό τη συνέχιση αυτής της ιδιότυπης βιομηχανικής παραγωγής. Στο εργαστήριο της εταιρείας πραγματοποιούνται οι έρευνες των μαθηματικών τύπων σε πραγματικές συνθήκες. Μια μακρά και αναλυτική διαδικασία, η οποία μπορεί να διαρκέσει έως και δύο χρόνια. «Αυτό είναι το υπαρκτό εργαλείο στο οποίο στηριζόμαστε για να διαπιστώσουμε αν τα μοντέλα που εφευρίσκουμε κατά περίπτωση ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Δεν περνούν όλα τα ερευνητικά αποτελέσματα με επιτυχία την εργαστηριακή δοκιμή, αλλά στην ουσία η εργαστηριακή μέτρηση πραγματικού ολοκληρωμένου κυκλώματος αποτελεί την κυριότερη απόδειξη της έρευνας που κάνουμε. Έχουμε φτιάξει πολύ πυρίτιο στη ζωή της εταιρείας!».

tech helic

Από την πρώτη ημέρα της ίδρυσής της, τον Ιούλιο 2000, η Helic είχε την τύχη να βρει τον πρώτο της επενδυτή. «Άνθρωποι της εταιρείας Άτμελ από το Κολοράντο διάβασαν σε μια δημοσίευσή μας το αντικείμενο επάνω στο οποίο δουλεύαμε από τη δεκαετία του 1990 στα εργαστήρια του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Μας κάλεσαν, λοιπόν, και μας είπαν πως, αν αυτό που λέμε μπορούμε να το κάνουμε πράξη, τότε βάζουν άμεσα πάνω στο τραπέζι 250.000 δολάρια. Ήταν το καλύτερο εφαλτήριο για εμάς».

Τα σχέδια των ανθρώπων της Helic κάλυψαν ένα σημαντικό κενό της παγκόσμιας αγοράς. Παρ’ όλα αυτά, οι λανθασμένοι χειρισμοί κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων ζωής της εταιρείας δεν έλειψαν, όπως παραδέχεται ο Γιώργος Κουτσογιαννόπουλος. «Όποιο λάθος θα μπορούσε να κάνει μια startup εκείνη την εποχή το κάναμε! Ήταν όμως ένα καλό μάθημα, το οποίο μας βοήθησε να φτάσουμε μακριά».

Η μηχανολογική ανάγκη που προέκυπτε από τη θεαματική εξέλιξη των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων κλήθηκε να απαντηθεί από τη μικρή αρχικά αυτή ομάδα της Helic. «Στην αρχή ήμασταν δύο άτομα σε ένα μικρό δωμάτιο με δύο υπολογιστές. Πολύ γρήγορα προστέθηκαν και άλλοι και συνεχίσαμε την ερευνητική μας δουλειά επάνω στη μοντελοποίηση των φαινομένων στο πυρίτιο και την αρχιτεκτονική που αξιοποιεί αυτή τη δυνατότητα. Για δύο χρόνια ταλαντευτήκαμε για το αν θα ακολουθήσουμε τον δρόμο του τσιπ ή του software. Τελικά, επιλέξαμε τον δεύτερο, μιας και η αναζήτηση επενδυτών για την πρώτη περίπτωση ήταν κάτι που διαφαινόταν αδύνατο».

Μέσα σε έναν χρόνο ζωής η Helic αποτέλεσε την πρώτη startup στην Ελλάδα η οποία έλαβε high tech venture capital ύψους 1,5 εκατ. δολαρίων. Μια χρηματοδότηση-εχέγγυο για την ταυτότητα της εταιρείας και των ανθρώπων της, όπως λέει ο Γιώργος Κουτσογιαννόπουλος. «Μετά τις ΗΠΑ, το σημαντικότερό μας άνοιγμα ήταν η Ιαπωνία, το 2004. Αποκτήσαμε γραφεία εκεί, ενώ από το 2007 ο όμιλος Fujitsu αποτελεί έναν από τους στρατηγικούς μας επενδυτές». Το «πάτημα» της Fujitsu άνοιξε τον δρόμο για τους μεγαλύτερους τεχνολογικούς κολοσσούς. «Μετά τη Fujitsu αποκτήσαμε πρόσβαση στα μεγαλύτερα ονόματα της αγοράς: Toshiba, Panasonic, Sony, Nokia, Sharp. Σχεδόν όλους».

Στα μέσα του 2005 η έδρα της εταιρείας μεταφέρθηκε στην Καλιφόρνια, κυρίως για πρακτικούς λόγους, μιας και οι περισσότεροι πελάτες και επενδυτές βρίσκονται εκεί, ενώ οι ΗΠΑ αποτελούν την «πατρίδα» της βιομηχανίας του EDA. Η βάση της Helic, όμως, παραμένει στην Ελλάδα, ενώ, εκτός από ΗΠΑ και Ιαπωνία, έχει παρουσία σε Καναδά, Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ισραήλ και Νότια Κορέα.

Στα πρώτα της βήματα, σημαντικότερο εμπόδιο στην επέκτασή της στο εξωτερικό στάθηκε η δυσπιστία των επενδυτών να αποδεχθούν μια τεχνολογική εταιρεία από την Ελλάδα. «Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή, και δεν ήταν μόνο η ελληνική γραφειοκρατία του 2000, η οποία ήταν πολύ χειρότερη από σήμερα. Το brand της Ελλάδας δεν βρισκόταν σε καθόλου καλό επίπεδο, και στον τεχνολογικό τομέα και στον επιχειρηματικό γενικότερα. Ωστόσο, καταφέραμε να δείξουμε με την παρουσία μας στην Ιαπωνία ότι η χώρα προέλευσης δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα».

Τα εργαλεία της Helic «συμμετέχουν» στην ανάπτυξη εργαλείων λογισμικού, τα οποία χρησιμοποιούν σήμερα σχεδιαστές σε όλον τον κόσμο για να σχεδιάσουν ασύρματα τσιπ που συνδέουν τις «έξυπνες» φορητές συσκευές με ακουστικά ή Wi-Fi, καθώς και Bluetooth, high speed interfaces, υπηρεσίες GPS, ψηφιακά ραδιόφωνα ή tunable δέκτες για ψηφιακές τηλεοράσεις.

Το ποντάρισμα της εταιρείας στη δικτύωση δεν ήταν τυχαίο: «Με την πρόσφατη έκρηξη των tablets και των smartphones αποδείχθηκε ότι είμαστε πολύ σωστά “κουρδισμένοι”! Θεωρώ ότι κάναμε το προφανές. Προσπαθήσαμε από το 2002 να διαπιστώσουμε τι είναι αυτό που θα έρθει τα επόμενα δέκα χρόνια. Τότε βγάλαμε μια ανακοίνωση στην οποία είπαμε ότι η Helic προβλέπει πως σε μια δεκαετία θα δουλεύουμε τα πάντα που αφορούν το ίντερνετ και τα apps από ένα κινητό ανάλογου μεγέθους με τις τότε συσκευές, με μεγάλη οθόνη υψηλής ανάλυσης».

Η επόμενη δεκαετία βρίσκει την Helic και τον Γιώργο Κουτσογιαννόπουλο να προετοιμάζονται για το νέο βήμα της τεχνολογικής δικτύωσης. «Αυτό που παρακολουθούμε στενά είναι μέχρι πού θα φτάσει η σμίκρυνση του τρανζίστορ στο πυρίτιο. Ξέρουμε ήδη ότι μέχρι το 2020 θα πάμε στα επτά νανόμετρα. Αυτό σημαίνει ότι το μέγεθος και η απορρόφηση ενέργειας στα τσιπ θα αλλάξει, κάτι που μας βοηθά να προβλέψουμε τι είδους συσκευές θα δημιουργηθούν τότε. Σημαντικό επίσης ρόλο παίζουν τα υλικά που θα προστεθούν στο πυρίτιο, και θα επιτρέψουν να μεταφέρουμε το περιεχόμενο ενός smartphone τελευταίας τεχνολογίας στο μπράτσο ενός ζεύγους γυαλιών».

Η ενεργειακή πρόκληση και το Διαδίκτυο Πραγμάτων (Internet of Things) είναι προοπτικές οι οποίες, σύμφωνα με τον Γιώργο Κουτσογιαννόπουλο, θα αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. «Η ενεργειακή αυτοδυναμία είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας. Η αλλαγή των συσχετισμών θα επιφέρει τη δημιουργία αμέτρητων νέων εφαρμογών, γεγονός που μπορεί να φανεί και στον τομέα του “ίντερνετ των πραγμάτων”, ο οποίος θα δώσει τη δυνατότητα συνδεσιμότητας και στοιχειώδους ψηφιακής επεξεργασίας στα πάντα».

Η έκρηξη των startups στην Ελλάδα αποτελεί ένα ενθαρρυντικό στοιχείο για τον Γιώργο Κουτσογιαννόπουλο, ο οποίος τονίζει ότι χρήσιμες επενδύσεις είναι εκείνες που έχουν στο επίκεντρό τους τον δημιουργό. Παραμένει, όμως, ανήσυχος για τη μαζικότητα της εξόδου των ελληνικών «μυαλών» στο εξωτερικό: «Επειδή γνωρίζω περισσότερα πράγματα για το ΕΜΠ, ξέρω ότι τα περισσότερα ταλέντα που τελειώνουν τώρα τις σπουδές έχουν γίνει ήδη αποδεκτά από επιχειρήσεις του εξωτερικού. Το μόνο παρήγορο είναι πως, σε σύγκριση με τα παλαιότερα μεταναστευτικά ρεύματα, τώρα μπορεί κάποιος να επιχειρεί στην Ελλάδα από όπου και αν βρίσκεται».

(Ημ/νία δημοσίευσης: 13-4-2014)

Advertisements

Information

This entry was posted on April 13, 2014 by in Περιοδικό Fortune and tagged , , , .