Βασίλης Σαμούρκας

Δημοσιογράφος, New Media, Digital Journalism

Στην Φυλακή για Χρέη

Ο Γιώργος* είναι άνεργος. Είχε όμως κάνει στο παρελθόν κάποιες επιχειρηματικές κινήσεις οι οποίες στην πορεία απέτυχαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια οικονομική εκκρεμότητα την οποία πάσχισε να τακτοποιήσει, αλλά δεν τα κατάφερε.

«Όχι λόγω επιλογής. Έκανα τα πάντα, έφτασα μέχρι και τα ανώτερα δικαστήρια χωρίς να δικαιωθώ. Όμως όλα αυτά έγιναν αφού πρώτα καταδικάστηκα ερήμην, χωρίς να μου δοθεί η δυνατότητα έφεσης. Ξέρεις τι είναι η αρνησιδικία; Έχεις ιδέα πόσες φορές έχει καταδικαστεί η Ελλάδα για το βασανιστήριο που υποβάλλει τους πολίτες της;», μου λέει περιγράφοντας μια ελληνική πραγματικότητα σχετικά με την ποιότητα απόδοσης δικαιοσύνης, η οποία έχει φέρει την Ελλάδα στην τρίτη χειρότερη θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. 

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από το πρωινό που οδήγησε τον Γιώργο στο κρατητήριο ενός από τα πλέον «κακόφημα» αστυνομικά τμήματα του κέντρου των Αθηνών το οποίο στο παρελθόν έχει «φιγουράρει» σε δημοσιεύματα του εγχώριου αλλά και του διεθνούς τύπου έπειτα από καταγγελίες κρατουμένων.

Ο ίδιος δεν επιθυμεί να αναφέρει το μέρος και την εποχή που βρέθηκε για τέσσερις ολόκληρες ημέρες να αναμένει την ανακοίνωση της χρηματικής ποινής για το «έγκλημά» του. Περιγράφει όμως με αρκετές λεπτομέρειες μια παράνοια η οποία περνά μέσα από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες, τις εφημερίδες και τα sites στην καλύτερη περίπτωση ως στατιστικό, και στη χειρότερη ως «κυβερνητικό κατόρθωμα».

Ο λόγος στον Γιώργο:

Ήμουν σε έναν κεντρικό δρόμο της Αθήνας παρκαρισμένος με αλάρμ, όταν είδα να έρχεται αστυνομία με τις μηχανές. Ένας από αυτούς με χαμόγελο και μου ζητάει ταυτότητα και μετά από λίγο με ρωτάνε «μήπως υπάρχει τίποτα παλιότερο;». Τους είπα ότι κάτι υπήρχε, αλλά είχε λήξει. «Πρέπει να μας ακολουθήσετε στο τμήμα», μου λέει. Τι αντίρρηση να φέρεις εκείνη την ώρα; Μπαίνω στο αμάξι, μια μηχανή μπρος μια πίσω και πάμε στο τμήμα.

Πέρασε καμιά ώρα που περίμενα εκεί πέρα χωρίς να μου λέει κανείς τίποτα. Μονάχα «εξακρίβωση» και «να περιμένω». Μετά από λίγο έρχεται ένας αστυνομικός και με πάει σε ένα κελί, τις «προσωρινές» όπως έμαθα ότι τα λένε, ξεκλειδώνει και με βάζει μέσα. Ήταν ένα βρωμερό πράγμα. Ένας χώρος 10-15 τετραγωνικά το πολύ, που πραγματικά δεν είχε καθαριστεί ποτέ. Είχε μια δυο-γερές καρέκλες, μερικές σπασμένες, και δυο παλιά γραφεία με κάτι ελεεινά στρώματα που μπροστά τους αυτά που βλέπουμε στα σκουπίδια μοιάζουν με καινούρια. Ούτε κρεβάτι ούτε τίποτα. Μόνο κάτι σιχαμένες κουβέρτες πεταμένες στο πάτωμα κι ένα παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο. Ευτυχώς τουλάχιστον που ήταν καλός ο καιρός κι έπαιρνα λίγο αέρα. Ειλικρινά, αισθάνομαι πάρα πολύ τυχερός που δεν κόλλησα τίποτα εκεί μέσα. Μιλάμε για μια κατάσταση τόσο άθλια, που για έναν νορμάλ άνθρωπο που κάνει τη δουλειά του και ζει τη ζωή του, είναι μια εμπειρία σοκαριστική. Ούτε βρύση εκεί μέσα, ούτε τουαλέτα, ούτε τίποτα. Κάγκελα και τρεις τοίχοι.

Μιλάω με τον δικηγόρο μου, και μου λέει ότι είναι μια διαδικασία η οποία δεν θα κρατήσει πολύ. Όμως η ώρα είχε περάσει και αναγκαστικά έπρεπε να περάσω το βράδυ εκεί μέσα. Τι να κάνω; Το πήρα απόφαση. 

Μετά από λίγο ήρθε και με πήρε ένας αξιωματικός και πήγαμε στον πάνω όροφο, στην ασφάλεια. Μου είπαν ότι εκκρεμεί μια απόφαση εναντίον μου, οικονομικής φύσης και μάλιστα εξαγοράσιμης, κι ότι πρέπει να κρατηθώ. Έπειτα μου πήραν τα πάντα. Ακόμη και τη βέρα μου, για την προσωπική μου ασφάλεια για να μη μου την πάρει κανείς. Ευτυχώς την πρώτη μέρα δεν μου πήραν τα κορδόνια! Το έκαναν την δεύτερη.

Γυρίζω λοιπόν στην «προσωρινή» και βρίσκω ακόμη έναν μέσα. Κι αυτός για υπόθεση οικονομικής φύσης. Δεν είχε ο άνθρωπος να πληρώσει και την επόμενη μέρα θα τον πηγαίνανε μέσα να εκτίσει. Να σκεφτείς ότι ήταν μέσα περίπου μια βδομάδα. Καθίσαμε και μιλήσαμε πολύ ώρα. Μου εξήγησε τη διαδικασία που θα περάσω την επόμενη μέρα. Έμαθα κι εγώ τι με περιμένει.

Το πρώτο βράδυ άρχισα να μπαίνω στο κλίμα. Προσπαθούσα να βρω μέσα σε αυτό το βρώμικο κελί, πού θα βολευτώ για να βγάλω τη νύχτα. Ότι κι αν ήθελες, νερό – τουαλέτα, έπρεπε να χτυπάς, να σε ξεκλειδώνουν και να πηγαίνεις. Κάποια στιγμή ανοίγουν και φέρνουν ένα παιδί από τη Σενεγάλη. Μετά από λίγο κατάλαβα ότι ήταν μέρα μπλόκου

«Σκούπα» αστυνομική που μάζευαν μετανάστες. Δεν τους έφερναν όμως σε εμάς. Τους πήγαιναν στο υπόγειο. Ακούγαμε από κάτω φωνές. Φέρνανε συνέχεια κόσμο. Είδαμε σε κάποια φάση τι γινόταν έξω από το τμήμα. Μιλάμε για μια τρελή κατάσταση. Νόμιζες ότι ήσουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Την πρώτη νύχτα προσπάθησα να βολευτώ στο γραφείο. Ευτυχώς, είχα ένα φούτερ με κουκούλα για να καλύψω το κεφάλι μου. Το φόρεσα, και ξάπλωσα εκεί πάνω. Κάποια μου έφερε η γυναίκα μου κάτι να φάω. Προσπάθησα να τη διώξω όσο γρηγορότερα μπορούσα. Το σοκ για εκείνη ήταν τεράστιο.

Την επόμενη μέρα το πρωί πήγαμε σε ένα κτίριο στην Καβάλας για φωτογραφίες, στοιχεία, κ.λπ. Μου βάζουν χειροπέδες πριν βγω. Τώρα, για ποιο λόγο μπορεί κάποιος να βάλει τις χειροπέδες πισθάγκωνα σε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είναι κανένας σκληρός εγκληματίας, αλλά ένας πολίτης που διώκεται για κάποιο οικονομικό παράπτωμα, αυτό μόνο οι ίδιοι που το έκαναν το ξέρουν. Το μόνο που τους είπα είναι πως όταν μπορέσουν θέλω να τις λασκάρουν λίγο γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποβάλλομαι σε σωματικά βασανιστήρια. «Όταν φτάσουμε», μου απάντησαν.

Φτάνουμε λοιπόν εκεί. Πάνω που νόμιζα πως ό,τι είχα τραβήξει ήταν ντροπιαστικό, αναθεώρησα. Μιλάμε για μια εμπειρία αποκαρδιωτική. Απαξιωτική. Γινόταν ένας χαμός από κόσμο. Περιμένεις, και δίπλα σου μπορεί να κάθεται ο οποιοσδήποτε φονιάς. Όλοι μαζί στον ίδιο κουβά. Άλλος να σπάει, να κλαίνε, να φωνάζουν. Τρελαίνεσαι πραγματικά. Μια φρίκη. 

Όταν πιάσαμε την κουβέντα με έναν από τους συνοδούς μου, εκείνος με ρωτά «Με συγχωρείτε κύριε. Εσείς τι δουλειά έχετε εδώ;». «Αυτό μου λένε όλοι», του απάντησα. Κάποια στιγμή τον ρώτησα αν ήταν ευχαριστημένος με τη δουλειά του. «Όταν έχω στο αυτοκίνητο ανθρώπους σαν εσάς, ντρέπομαι γι’ αυτό που κάνω. Εγώ με άλλα όνειρα μπήκα στο σώμα κι άλλα πράγματα βλέπω και κάνω». Αυτό μου είπε. 

Έκατσα πολλές ώρες εκεί. Δεν προφτάσαμε όμως να κάνουμε όλες τις διαδικασίες για να βγω. Και την επόμενη μέρα τα δικαστήρια δεν λειτουργούσαν! Εκεί είναι να χάνεις το μυαλό σου. Μου βγάζουν τις δόσεις που θα πρέπει να πληρώνω και μου λένε ότι τώρα πια θα βγω σε δύο μέρες… 

Όταν επέστρεψα στο κελί, βρήκα άλλους τρεις. Πάω λοιπόν να ξαπλώσω εκεί που κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ και μου λέει ένας «μεγάλε, γιατί έπιασες το χώρο εδώ;». Τον κοιτάω στα μάτια και του λέω με ηρεμία «Εσύ με βρήκες εδώ, όχι εγώ». Από τη μικρή μου εμπειρία διαπίστωσα πως σε αυτούς τους χώρους βρίσκεις κάτι πολύ σπάνιο για τον έξω κόσμο. Το σεβασμό και την αλληλεγγύη. Ειλικρινά, έπαθα πλάκα με αυτά τα δύο. Μπορεί κάποιος να μην έχει καθόλου λεφτά στην τσέπη και να του έχουν μείνει μόνο δύο τσιγάρα. Κι όμως, το ένα θα στο δώσει κι ας ξέρει ότι σε λίγο θα μείνει άκαπνος. Όποιος πήγαινε να σπάσει, τον κρατούσαν οι υπόλοιποι. Αυτό εμένα με συγκλόνισε.

Όσο περνούσαν οι ώρες έφερναν μέσα κι άλλους. Κάποια στιγμή γίναμε εννιά! Ήμασταν λοιπόν τόσα άτομα στα 15 τετραγωνικά με ένα μικρό παραθυράκι. Φυσικά, χωρίς προαυλισμό. Ζητούσα να μου ανοίξουν να πάω τουαλέτα για να περπατήσω και να ξεμουδιάσω λίγο. 

Την επόμενη μέρα την πέρασα μέσα χωρίς να κάνω απολύτως τίποτα. Είναι συγκλονιστικό αυτό όταν το ζεις. Να ξέρεις ότι το να γυρίσεις σπίτι σου, στην οικογένεια σου, είναι κάτι τυπικό και να μη σου επιτρέπεται. Ποια μπορεί να είναι η ψυχική σου διάθεση σε έναν χώρο βρώμικο κι ελεεινό με εσένα μέσα κλειδωμένο; Περίμενα απλά την τελευταία μέρα όπου επιτέλους τελείωσε για μένα αυτή η ιστορία. 

Αυτό που έχει σημασία είναι πως έχω καταδικαστεί με αρνησιδικία. Δεν με έχει δικάσει δικαστήριο όπου ήμουν κι εγώ παρών. Έχω καταδικαστεί ερήμην. Η Ελλάδα έχει «φάει» κι εγώ δεν ξέρω πόσα πρόστιμα από την Ευρώπη για αυτό το θέμα. Και δεν αλλάζει τίποτα. Καμία έφεση σου δεν γίνεται δεκτή όταν χάσεις τις προθεσμίες για τις οποίες κανείς δεν σε ενημέρωσε. Σου καταστρέφουν τη ζωή για κάτι που ποτέ δεν σου δόθηκε η δυνατότητα να αντικρούσεις στο δικαστήριο. Όλα αυτά τα χρόνια έκανα τα πάντα για να περάσω την έφεσή μου. Προσέφυγα στον Άρειο Πάγο ο οποίος με δικαίωσε και γύρισε την υπόθεσή μου στο εφετείο, το οποίο απέρριψε ξανά τις εφέσεις μου ως εκπρόθεσμες. Κάποια στιγμή είπα ως εδώ. Νισάφι. Δεν άντεχα άλλο οικονομικά αυτό το «μπαλάκι».

Την τελευταία μέρα πριν φύγω ένας αξιωματικός μου είπε «ντρέπομαι, έλεος. Αυτό που εσύ περνάς σήμερα, μπορεί να ζήσω κι εγώ αύριο. Κανείς δεν είναι σίγουρος πλέον». Για μένα αυτό το πράγμα είναι εκφοβισμός για να σε ξεζουμίσουν.

Κι όμως. Εγώ θα πληρώσω για μια καταδίκη που κανείς δεν άκουσε τη δική μου πλευρά. Το μόνο που ξέρω είναι πως η χώρα που γέννησε το ρητό «Μηδενί δίκην δικάσεις, πριν αμφοίν μύθον ακούσεις (Να μην κρίνεις προτού ακούσεις τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών – Πλάτων)» σήμερα το καταργεί καθημερινά στην πράξη.

*Ο ήρωας της ιστορίας επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος.

(Ημ/νία δημοσίευσης: 22-4-2014)

Advertisements

Information

This entry was posted on April 22, 2014 by in Vice and tagged , .